Μετάφραση του "bawd" σε Ελληνικά

Οι ιερόδουλη, μαστροπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bawd" σε Ελληνικά.

bawd adjective verb noun γραμματική

A person who keeps a house of prostitution, or procures women for a lewd purpose; a procurer or procuress; [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιερόδουλη

    Noun feminine
  • μαστροπός

    noun

    No bawd, I am told.

    Απ'ότι μου είπαν δεν είναι μαστροπός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bawd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bawd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη