Μετάφραση του "bear" σε Ελληνικά
Οι αρκούδα, άρκτος, φέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bear" σε Ελληνικά.
A large omnivorous mammal, related to the dog and raccoon, having shaggy hair, a very small tail, and flat feet; a member of family Ursidae, particularly of subfamily Ursinae. [..]
-
αρκούδα
noun femininelarge mammal of family Ursidae [..]
Like a mother bear lifting a car off of a baby.
Όπως μια μαμά αρκούδα που σηκώνει ένα αμάξι για να σώσει το αρκουδάκι.
-
άρκτος
noun femininelarge mammal of family Ursidae
Expulsion of bears from the French Pyrenees.
Η φαιά άρκτος των γαλλικών Πυρηναίων.
-
φέρω
verbευθύνη, ομοιότητα, ίχνη
An individual approval certificate shall bear the vehicle identification number of the vehicle concerned.
Το πιστοποιητικό επιμέρους έγκρισης φέρει τον αναγνωριστικό αριθμό του συγκεκριμένου οχήματος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανέχομαι
- γεννώ
- Αρκούδα
- αντέχω
- αρκούδα καστανή
- κουβαλώ
- αρκουδάκι
- υφίσταμαι
- υποφέρω
- περιλαμβάνω
- παράγω
- κρατώ
- δέχομαι
- έχω
- αναλαμβάνω
- αποφέρω
- βαστάζω
- κάνω
- φέρνω
- βαστώ
- αξίζω
- κατέχω
- αίρω
- πιέζω
- αποκομίζω
- άρκος
- εγκυμονώ
- κατακρατώ
- κατευθύνομαι
- κυοφορώ
- ξεχρεώνω
- υποβαστάζω
- εξουσιάζω
- διατηρώ
- τρέφω
- συμπεριφέρομαι
- φέρομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bear " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A surname.
-
Αρκούδα
Whatever you did at Big Bear's camp these men have undone.
Ότι κι αν έκανες στην κατασκήνωση του Μεγάλη Αρκούδα αυτοί οι άντρες είναι ανολοκλήρωτοι.
Εικόνες με "bear"
Φράσεις παρόμοιες με "bear" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρκούδα των Άνδεων
-
φέρω το κύριο βάρος [+Γεν.]
-
επηρεάζω
-
Διόπτευση, τριβέας