Μετάφραση του "bearable" σε Ελληνικά
Οι υποφερτός, φορητός, ανεκτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bearable" σε Ελληνικά.
bearable
adjective
γραμματική
Able to be borne; tolerable; endurable. [..]
-
υποφερτός
-
φορητός
adjective -
ανεκτός
AdjectiveBut if you kill me, death will be bearable.
Αλλά αν με σκοτώσεις, ο θάνατος θα είναι ανεκτός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bearable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη