Μετάφραση του "beekeeper" σε Ελληνικά
Το μελισσοκόμος είναι η μετάφραση του "beekeeper" σε Ελληνικά.
beekeeper
noun
γραμματική
A person who maintains hives and keeps bees, especially for the production of honey. [..]
-
μελισσοκόμος
noun masculinesomeone who keeps bees [..]
In Europe, many beekeepers have had to shut up shop.
Στην Ευρώπη, πολλοί μελισσοκόμοι αναγκάστηκαν να τερματίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beekeeper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "beekeeper"
Φράσεις παρόμοιες με "beekeeper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μελισσοκομία · μελισσοτροφία · μελισσουργία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη