Μετάφραση του "beekeeping" σε Ελληνικά

Οι μελισσοκομία, μελισσουργία, μελισσοτροφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beekeeping" σε Ελληνικά.

beekeeping noun γραμματική

The practice or profession of keeping and caring for bees. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μελισσοκομία

    noun feminine

    raising bees [..]

    Specific rules for disease prevention and veterinary treatment in beekeeping should be laid down.

    Πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες πρόληψης των ασθενειών και κτηνιατρικής αγωγής στην μελισσοκομία.

  • μελισσουργία

    proper feminine

    raising bees

    I take it beekeeping is a hobby.

    Η μελισσουργία είναι χόμπι;

  • μελισσοτροφία

    noun

    Title: Aid for the beekeeping sector - Natural disasters 2002

    Τίτλος: Ενίσχυση στη μελισσοτροφία - θεομηνίες κατά το έτος 2002

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beekeeping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beekeeping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beekeeping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη