Μετάφραση του "begin" σε Ελληνικά

Οι αρχίζω, άρχομαι, ξεκινώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begin" σε Ελληνικά.

begin verb noun γραμματική

(ambitransitive) To start, to initiate or take the first step into something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχίζω

    verb

    To start, to initiate or take the first step into something. [..]

    I'm beginning to lose my patience.

    Αρχίζω να χάνω την υπομονή μου.

  • άρχομαι

    verb
  • ξεκινώ

    verb

    Life begins when we realize who we really are.

    Η ζωή ξεκινά όταν συνειδητοποιήσουμε πιοι έιμαστε πραγματικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχινίζω
    • αρχινώ
    • άρχισα
    • ανοίγω
    • πιάνω
    • βάζω μπρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " begin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Begin noun

Israeli statesman (born in Russia) who (as prime minister of Israel) negotiated a peace treaty with Anwar Sadat (then the president of Egypt) (1913-1992)

+ Προσθήκη

"Begin" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Begin στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "begin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "begin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη