Μετάφραση του "benediction" σε Ελληνικά
Οι ευλογία, αγιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benediction" σε Ελληνικά.
benediction
noun
γραμματική
A short invocation for divine help, blessing and guidance, usually after a church worship service. [..]
-
ευλογία
noun feminineThen followed a benediction and the Olympic hymn.
Κατόπιν ακολούθησε μια ευλογία και ο Ολυμπιακός ύμνος.
-
αγιασμός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " benediction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "benediction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βενέδικτος
-
Βενεδικτίνοι
-
Πάπας Βενέδικτος ΙΓ ́
-
Βενέδικτος ΙΣΤ’ · Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ ́
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη