Μετάφραση του "benefice" σε Ελληνικά

Το A permanent Church appointment, typically that of a rector or vicar, for which property and income are provided in respect of pastoral duties. είναι η μετάφραση του "benefice" σε Ελληνικά.

benefice verb noun γραμματική

Land granted to a priest in a church that has a source of income attached to it. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • A permanent Church appointment, typically that of a rector or vicar, for which property and income are provided in respect of pastoral duties.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benefice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Benefice
+ Προσθήκη

"Benefice" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Benefice στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "benefice" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγαθοεργία · ευεργεσία
  • αγαθοποιός · ευεργετικός · φιλάνθρωπος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benefice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη