Μετάφραση του "bestowment" σε Ελληνικά
Το δωρεά είναι η μετάφραση του "bestowment" σε Ελληνικά.
bestowment
noun
γραμματική
The act of bestowing or conferring something, especially an honour. [..]
-
δωρεά
noun feminineBaptism is administered by immersion, and the gift of the Holy Ghost is bestowed by the laying on of hands.
Η βάπτιση χορηγείται με κατάδυση και η δωρεά τού Αγίου Πνεύματος απονέμεται με χειροθεσία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bestowment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bestowment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απονέμω
-
απονέμω σε κπ κτ
-
· απονέμω · δίνω · παραχωρώ · συμβάλλω · συνεργώ · συντείνω · συντελώ · υποβοηθώ · χορηγώ
-
· δωρεά · παραχώρηση
-
δωρητής
-
· απονέμω · δίνω · παραχωρώ · συμβάλλω · συνεργώ · συντείνω · συντελώ · υποβοηθώ · χορηγώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη