Μετάφραση του "bitwise" σε Ελληνικά

Οι δυφιακά, δυφιηδόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bitwise" σε Ελληνικά.

bitwise adjective γραμματική

(computing) Being an operation that treats a value as a series of bits rather than a numerical quantity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυφιακά

  • δυφιηδόν

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bitwise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bitwise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη