Μετάφραση του "bivalent" σε Ελληνικά
Το δισθενής είναι η μετάφραση του "bivalent" σε Ελληνικά.
bivalent
adjective
noun
γραμματική
(chemistry) Having a valence of 2. [..]
-
δισθενής
adjective masculine, feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bivalent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη