Μετάφραση του "bleach" σε Ελληνικά

Οι λευκαντικό, λευκαίνω, λευκαντική ουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleach" σε Ελληνικά.

bleach adjective verb noun γραμματική

(uncountable) A chemical, such as sodium hypochlorite or hydrogen peroxide, or a preparation of such a chemical, used for disinfecting or whitening. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λευκαντικό

    noun neuter

    chemical

    In the context of the present case it is also the preferred bleaching agent for flour.

    Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί επίσης τον προτιμώμενο λευκαντικό παράγοντα των αλεύρων.

  • λευκαίνω

    verb

    to treat with bleach

    Pulp used to manufacture fibres shall be bleached without the use of elemental chlorine.

    Ο πολτός κυτταρίνης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ινών λευκαίνεται χωρίς τη χρήση στοιχειακού χλωρίου.

  • λευκαντική ουσία

    A chemical that removes colors or whitens.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λεύκανση
    • Χλωρίνη
    • χλωρίνη
    • ξεθώριασμα
    • ασπρίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bleach " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bleach

Bleach (manga)

+ Προσθήκη

"Bleach" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bleach στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "bleach"

Φράσεις παρόμοιες με "bleach" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bleach" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη