Μετάφραση του "bleaching" σε Ελληνικά

Το λεύκανση είναι η μετάφραση του "bleaching" σε Ελληνικά.

bleaching noun verb γραμματική

the process of removing stains or of whitening fabrics, especially by the use of chemical agents [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεύκανση

    noun

    Only applicable to plants that use the same base for cooking and pH adjustment in bleaching.

    Εφαρμόζεται μόνο στις μονάδες που χρησιμοποιούν την ίδια βάση για χώνευση και ρύθμιση του pH στη λεύκανση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bleaching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bleaching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bleaching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη