Μετάφραση του "bleating" σε Ελληνικά
Το βέλασμα είναι η μετάφραση του "bleating" σε Ελληνικά.
bleating
noun
verb
γραμματική
Present participle of bleat. The crying of a little lamb. [..]
-
βέλασμα
noun neuterAnother bleat like that and I'll see to the other side of yer jaw.
Ακόμη ένα βέλασμα σαν κι αυτό και θα δω την άλλη μεριά από το σαγόνι σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bleating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη