Μετάφραση του "bleed" σε Ελληνικά

Οι αιμορραγώ, ματώνω, αφαιμάσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleed" σε Ελληνικά.

bleed verb noun γραμματική

(transitive) To steadily lose (something vital). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιμορραγώ

    verb

    lose blood

    All right, I am bleeding from biting my lip.

    Εντάξει, αιμορραγώ από το δάγκωμα των χειλιών μου.

  • ματώνω

    verb

    lose blood

    I started bleeding and everybody started laughing and I started to cry?

    Εγώ άρχισα να ματώνω και όλοι έβαλαν τα γέλια, και εγώ έβαλα τα κλάματα?

  • αφαιμάσσω

    draw blood

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παίρνω αίμα
    • τρέχω
    • θυσιάζομαι
    • αιμορραγούσα
    • διαρρέω
    • αιμάσσω
    • ρέω
    • προέκταση εκτύπωσης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bleed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bleed"

Φράσεις παρόμοιες με "bleed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ρύθμιση προέκτασης εκτύπωσης
  • αιμορραγική διάθεση
  • αμάραντη αγάπη · αμάραντο
  • έκδηλη αιμορραγία
  • απομυζώ (πρόσωπο, χώρα κ.λπ.) · αφαιμάζω
  • γαστρεντερική αιμορραγία
  • αιμορραγώ μέχρι θανάτου · πεθαίνω από αιμορραγία
  • Αιμορραγία · αιμορραγία · αφαίμαξη · καθημαγμένος · ματωμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bleed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη