Μετάφραση του "bleeding" σε Ελληνικά
Οι αιμορραγία, αφαίμαξη, ματωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleeding" σε Ελληνικά.
bleeding
adjective
noun
verb
adverb
γραμματική
Present participle of bleed. [..]
-
αιμορραγία
noun feminineThe flow or loss of blood from a damaged blood vessel [..]
You hit any one of those, She bleeds out right on this table.
Και μία να τρυπήσεις μόνο, θα πεθάνει από αιμορραγία εδώ πάνω.
-
αφαίμαξη
Evisceration must be carried out as soon as possible after stunning and bleeding.
Ο εκσπλαχνισμός πρέπει να διενεργείται το συντομότερο δυνατό μετά την αναισθητοποίηση και την αφαίμαξη.
-
ματωμένος
adjective masculineOne morning in class, he appeared, bleeding and in ripped clothes.
Ένα πρωί στην τάξη, εμφανίστηκε, ματωμένος και με σχισμένα ρούχα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Αιμορραγία
- καθημαγμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bleeding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bleeding"
Φράσεις παρόμοιες με "bleeding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ρύθμιση προέκτασης εκτύπωσης
-
αιμορραγική διάθεση
-
αμάραντη αγάπη · αμάραντο
-
έκδηλη αιμορραγία
-
αιμάσσω · αιμορραγούσα · αιμορραγώ · αφαιμάσσω · διαρρέω · θυσιάζομαι · ματώνω · παίρνω αίμα · προέκταση εκτύπωσης · ρέω · τρέχω
-
απομυζώ (πρόσωπο, χώρα κ.λπ.) · αφαιμάζω
-
γαστρεντερική αιμορραγία
-
αιμορραγώ μέχρι θανάτου · πεθαίνω από αιμορραγία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη