Μετάφραση του "blessed" σε Ελληνικά

Οι άγιος, ευλογημένος, καταραμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blessed" σε Ελληνικά.

blessed adjective verb γραμματική

Having divine aid, or protection, or other blessing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγιος

    noun masculine

    And the priest is so blessed with understanding.

    Και ο ιερέας τόσο άγιος με κατανόηση.

  • ευλογημένος

    adjective masculine

    Honestly, I feel just so blessed to have this duty.

    Ειλικρινά, αισθάνομαι τόσο ευλογημένος που έχω επωμιστεί αυτό το καθήκον.

  • καταραμένος

    adjective masculine

    No, I'm blessed if I will.

    Όχι, καταραμένος να είμαι, αν πω ναι.

  • μακάριος

    άτομο το οποίο έχει μακαριοποιηθεί

    When are you gonna make this blessed speech to the cardinals?

    Πότε θα δώσεις αυτήν την μακάρια ομιλία στους καρδινάλιους;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blessed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Blessed adjective proper

A surname. [..]

+ Προσθήκη

"Blessed" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Blessed στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "blessed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blessed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη