Μετάφραση του "blessing" σε Ελληνικά

Οι ευλογία, αγιασμός, ευχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blessing" σε Ελληνικά.

blessing noun γραμματική

some kind of divine or supernatural aid, or reward. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευλογία

    noun feminine

    act of declaring, seeking or bestowing favor

    None other has made a comparable sacrifice or granted a comparable blessing.

    Κανένας άλλος δεν έχει κάνει μια παρόμοια θυσία ούτε έχει δώσει μια παρόμοια ευλογία.

  • αγιασμός

    noun

    Then it wasn't blessed.

    Τότε, δεν ήταν αγιασμός.

  • ευχή

    noun

    Well, this is a little awkward, but I wanted to get your blessing.

    Βασικά, είναι λίγο περίεργο, αλλά ήθελα να μου δώσεις την ευχή σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έγκριση
    • προσευχή
    • συγκατάθεση
    • αγαθοεργία
    • ευχαριστήρια προσευχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blessing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Blessing
+ Προσθήκη

"Blessing" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Blessing στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "blessing"

Φράσεις παρόμοιες με "blessing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blessing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη