Μετάφραση του "blight" σε Ελληνικά

Οι καταστρέφω, ερυσίβη, περονόσπορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blight" σε Ελληνικά.

blight verb noun γραμματική

any of many plant diseases causing damage to, or the death of, leaves, fruit or other parts [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστρέφω

    verb

    And it would blight me, too, if I let it.

    Και θα κατέστρεφε κι εμένα, αν το άφηνα.

  • ερυσίβη

    feminine
  • περονόσπορος

    The blight struck again, this time with overwhelming force.

    Ο περονόσπορος χτύπησε και πάλι, αυτή τη φορά με υπερβολική δριμύτητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πληγή
    • καταστροφή
    • μάστιγα
    • μαρασμός
    • φθορά
    • πλήττω
    • κατάρα
    • γκρεμίζω
    • ερήμωση
    • καπνιά
    • καίω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blight " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "blight"

Φράσεις παρόμοιες με "blight" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blight" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη