Μετάφραση του "blind" σε Ελληνικά

Οι τυφλός, τυφλώνω, αδιέξοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blind" σε Ελληνικά.

blind adjective verb noun adverb γραμματική

A covering for a window to keep out light. The covering may be made of cloth or of narrow slats that can block light or allow it to pass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυφλός

    adjective masculine

    unable to see [..]

    He was blind from birth.

    Αυτός ήταν τυφλός εκ γενετής.

  • τυφλώνω

    verb

    make temporarily or permanently blind

    I blind them, with this.

    Τα τυφλώνω, με αυτό το πράγμα.

  • αδιέξοδος

    adjective masculine

    closed at one end

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στραβός
    • γρίλλια
    • δυσανάγνωστος
    • σκιάδιο
    • τυφλά
    • περσίδα
    • ρολά
    • γρίλια
    • αόμματος
    • πρόσχημα
    • παντζούρι
    • αόματος
    • παραθυρόφυλλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blind " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "blind"

Φράσεις παρόμοιες με "blind" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blind" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη