Μετάφραση του "blurred" σε Ελληνικά
Οι θαμπός, θολός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blurred" σε Ελληνικά.
blurred
adjective
verb
γραμματική
Out of focus; partially obscured; smudged. [..]
-
θαμπός
adjective masculine -
θολός
adjectiveI'm not proud of it, but that whole August is a blur.
Δεν είμαι περήφανος γι'αυτό, αλλά όλος ο Αύγουστος είναι θολός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blurred " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "blurred" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αχλύς · θαμπώνω · θολούρα · κάνω ακαθόριστο · κηλίδα · συγχέω
-
αποδιακριτοποίηση, κακοεστίαση · θολούρα, δυσωπία (μυωπία, υπερμετρωπία, πρεσβυωπία), διαθλαστική ανωμαλία
-
Θόλωμα, θάμπωμα
-
μωσαϊκό
-
ακαθόριστα όρια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη