Μετάφραση του "blurring" σε Ελληνικά
Οι αποδιακριτοποίηση, κακοεστίαση, θολούρα, δυσωπία (μυωπία, υπερμετρωπία, πρεσβυωπία), διαθλαστική ανωμαλία, Θόλωμα, θάμπωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blurring" σε Ελληνικά.
blurring
noun
verb
γραμματική
Present participle of blur. [..]
-
αποδιακριτοποίηση, κακοεστίαση
ουσιαστικόΔιάχυση και άρα απώλεια της ευκρίνειας στα σημεία του οργάνου οπτικής καταγραφής (στην επιφάνεια καταγραφής της οπτικής πληροφορίας).
My old laptop's screen has a permanent blurring.
Η κακοεστίαση του φιλμ στον ανοιχτό κινηματογράφο, με ζάλισε.
-
θολούρα, δυσωπία (μυωπία, υπερμετρωπία, πρεσβυωπία), διαθλαστική ανωμαλία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blurring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Blurring
-
Θόλωμα, θάμπωμα
Φράσεις παρόμοιες με "blurring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αχλύς · θαμπώνω · θολούρα · κάνω ακαθόριστο · κηλίδα · συγχέω
-
θαμπός · θολός
-
μωσαϊκό
-
ακαθόριστα όρια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη