Μετάφραση του "bodied" σε Ελληνικά

Το ενσώματος είναι η μετάφραση του "bodied" σε Ελληνικά.

bodied adjective γραμματική

(in combination) Having a specified form of body [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενσώματος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bodied " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bodied" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ουράνιο σώμα
  • Οργανισμός ή υπηρεσία ΕΕ
  • Σωματικά φορούμενη κεραία
  • αμάξωμα · γραμματολογία · κορμάκι · κορμί · κορμός · κουφάρι · μάζα · ομάδα · οργάνωση · οργανισμός · πτώμα · σκελετός · σορός · σωματείο · σωματικός · σύνολο · σώμα · υφή · φορέας · όγκος · όργανο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bodied" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη