Μετάφραση του "bodily" σε Ελληνικά
Οι σωματικός, υλικός, σωματικώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bodily" σε Ελληνικά.
bodily
adjective
adverb
γραμματική
Of, relating to, or concerning the body. [..]
-
σωματικός
adjective masculinerelating to the body
I've already given that girl enough of my precious bodily fluids.
Έχω ήδη δώσει σε αυτή την κοπέλα, αρκετά από τα πολύτιμα σωματικά μου υγρά.
-
υλικός
adjectiverelating to the body
-
σωματικώς
adverbin or by the body
I don’t think they were anxious to be taught the gospel—they intended bodily harm.
Δεν νομίζω ότι ήσαν ανυπόμονοι να διδαχθούν το Ευαγγέλιο -- προετίθεντο να βλάψουν σωματικώς.
-
ενσώματος
adj.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bodily " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bodily" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σωματικό υγρό
-
σωματική ιδιότητα
-
στοματική κοιλότητα
-
φυσιολογική λειτουργία
-
φυσιολογική λειτουργία
-
ανατομική δομή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη