Μετάφραση του "bonding" σε Ελληνικά

Οι δέσιμο, δεσμός, δεσμός ενότητας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bonding" σε Ελληνικά.

bonding noun verb γραμματική

Present participle of bond. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέσιμο

  • δεσμός

    noun
  • δεσμός ενότητας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημιουργία δεσμών
    • συγκόλληση, σύνδεση
    • σύσφιξη σχέσεων
    • τεχνική σφραγίσματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bonding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bonding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ομόλογο · αξία · δένομαι (με κπ) · δένω · δεσμά · δεσμός · δημιουργώ δεσμούς · εγγυητής · εγγυητικό · εγγύηση · ομολογία · ομόλογο · προσφύομαι · συνέχω · συνδέoμαι · σύνδεσμος · τίτλος · υποθηκεύω · φέρνω πιο κοντά · χαρτί τύπου bond
  • αγωγός σύνδεσης
  • συγκόλληση ισοδυναμικού
  • συγκολλητό ξύλο
  • εγγυητής
  • συνεργαζόμενες συσκευές
  • κόβω δεσμούς
  • Τζέιμς Μποντ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bonding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη