Μετάφραση του "bookmarklet" σε Ελληνικά

Το βοηθητική εφαρμογή σελιδοδείκτη είναι η μετάφραση του "bookmarklet" σε Ελληνικά.

bookmarklet noun γραμματική

(computing) A small piece of JavaScript code stored as a URL within a bookmark. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθητική εφαρμογή σελιδοδείκτη

    A script-based applet that is stored as a favorite or bookmark in a web browser, or is accessed through a hyperlink on a webpage.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bookmarklet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bookmarklet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη