Μετάφραση του "boor" σε Ελληνικά

Οι αγροίκος, χωριάτης, άξεστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boor" σε Ελληνικά.

boor noun γραμματική

A peasant. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγροίκος

    adjective masculine

    an uncultured person [..]

  • χωριάτης

    noun masculine

    You never got better, and I see that behave like a boor.

    Ποτέ δεν έχεις καλύτερα, και βλέπω ότι συμπεριφέρονται σαν χωριάτης.

  • άξεστος

    adjective masculine

    Simon is a boor, but at least he's not cruel.

    Ο Σάιμον είναι άξεστος αλλά τουλάχιστον δεν είναι κακός.

  • λαϊκούρα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Boor

A language of Chad.

+ Προσθήκη

"Boor" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Boor στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη