Μετάφραση του "Boost" σε Ελληνικά

Οι Αυξάνω, ανυψώνω, ενισχύω, ώθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Boost" σε Ελληνικά.

Boost
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυξάνω, ανυψώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Boost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

boost verb noun γραμματική

(automotive engineering) A positive intake manifold pressure in cars with turbochargers or superchargers. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενισχύω

    verb

    to lift or push from behind

    Putting consumers in the driving seat benefits citizens but also boosts competition significantly.

    Η απονομή ηγετικού ρόλου στους καταναλωτές ωφελεί τους πολίτες και παράλληλα ενισχύει σημαντικά τον ανταγωνισμό.

  • ώθηση

    noun

    It created a tremendous boost for local jobs in the constituency and for the tourist industry.

    Έδωσε μεγάλη ώθηση στην προσφορά εργασίας και ενίσχυσε την τουριστική βιομηχανία.

  • τονώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προώθηση
    • προαγωγή
    • ενθάρρυνση
    • σπρώχνω
    • προωθώ
    • ενθαρρύνω
    • ευνοώ
    • προάγω
    • ανυψώνω
    • αναπτερώνω
    • αναστυλώνω
    • ανορθώνω
    • λειτουργώ υπέρ (+Γεν.)
    • ωθώ προς τα επάνω

Φράσεις παρόμοιες με "Boost" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Boost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη