Μετάφραση του "bootlegger" σε Ελληνικά

Το λαθρέμπορος είναι η μετάφραση του "bootlegger" σε Ελληνικά.

bootlegger noun γραμματική

An illegal trader of goods, especially of alcohol. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαθρέμπορος

    noun masculine

    He's not going to the police'cause he's a bootlegger.

    Δεν θα πάει στην αστυνομία γιατί είναι λαθρέμπορος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bootlegger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bootlegger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη