Μετάφραση του "bootstrap" σε Ελληνικά

Οι εκκίνηση, A means of advancing oneself or accomplishing something without aid., θηλιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bootstrap" σε Ελληνικά.

bootstrap verb noun γραμματική

A loop (leather or other material) sewn at the side or top rear of a boot to help in pulling the boot on. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκίνηση

    noun feminine
  • A means of advancing oneself or accomplishing something without aid.

  • θηλιά

    noun
  • λουρί

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bootstrap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bootstrap
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκκίνηση

Εικόνες με "bootstrap"

Φράσεις παρόμοιες με "bootstrap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bootstrap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη