Μετάφραση του "bore" σε Ελληνικά

Οι βαριέμαι, οπή, τρυπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bore" σε Ελληνικά.

bore verb noun γραμματική

(transitive) To make a hole through something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαριέμαι

    verb

    I was getting a little bored.

    Είχα αρχίσει να βαριέμαι λίγο.

  • οπή

    noun feminine

    Large bore needle filled with this guy's blood.

    Μεγάλη σύριγγα με οπή γεμάτη με το αίμα αυτού του τύπου.

  • τρυπώ

    verb

    It should be at least an hour before she gets through my boring-ass file.

    Πρέπει να είναι μια τουλάχιστον ώρα πριν περνά το αρχείο τρυπώ-γαιδάρων μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαμέτρημα
    • αγγίζω
    • ανοίγω
    • τρύπα
    • κουράζω
    • μαμούχαλος
    • κουράζομαι
    • λαπάς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bore
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τρυπώ, ανοίγω πηγάδι, διαμέτρημα

Εικόνες με "bore"

Φράσεις παρόμοιες με "bore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη