Μετάφραση του "bored" σε Ελληνικά

Οι τρυπημένος, βαριεστημένος, τρυπημένη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bored" σε Ελληνικά.

bored adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of bore. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρυπημένος

    suffering from boredom [..]

  • βαριεστημένος

    particle adjective masculine

    suffering from boredom

    I'm just gonna be another rich, bored thrill seeker looking to try my luck down there.

    Είμαι απλά άλλος ένας πλούσιος, βαριεστημένος αναζητητής της έξαψης, που ψάχνω να δοκιμάσω την τύχη μου εκεί πέρα.

  • τρυπημένη

  • τρυπημένο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bored " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bored"

Φράσεις παρόμοιες με "bored" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bored" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη