Μετάφραση του "borehole" σε Ελληνικά
Οι γεώτρηση, οπή, διάτρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "borehole" σε Ελληνικά.
borehole
noun
γραμματική
A hole bored into the ground to collect samples for analysis or to extract oil or water. [..]
-
γεώτρηση
feminineIn Xade there is a primary school, a clinic and a borehole.
Στο Xade υπάρχει δημοτικό σχολείο, μία κλινική και μία γεώτρηση.
-
οπή, διάτρηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " borehole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη