Μετάφραση του "boring" σε Ελληνικά

Οι ανιαρός, βαρετός, πληκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boring" σε Ελληνικά.

boring adjective noun verb γραμματική

A pit or hole which has been bored. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανιαρός

    adjective masculine

    inciting boredom [..]

    She's giving him one more chance to prove that he's not boring.

    Τού δίνει ακόμα μια ευκαιρία για να αποδείξει ότι δεν ειναι ανιαρός.

  • βαρετός

    adjective masculine

    inciting boredom [..]

    Erasmus, you're still just as much a bore as ever.

    Erasmus, εξακολουθείς να είσαι τόσο βαρετός όπως ήσουν πάντα.

  • πληκτικός

    adjective masculine

    inciting boredom [..]

    My friends accuse me of being a bored dilettante, to which I plead guilty as charged.

    Οι φίλοι μου, με κατηγορούν πως είμαι ένας πληκτικός φιλότεχνος, το οποίο θα πρέπει να παραδεχθώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρυπώντας
    • άνοιγμα οπής
    • αγέλαστος
    • διάτρηση
    • οχληρός
    • πληχτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Boring
+ Προσθήκη

"Boring" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Boring στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "boring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλήττω θανάσιμα
  • αγγίζω · ανοίγω · βαριέμαι · διαμέτρημα · κουράζομαι · κουράζω · λαπάς · μαμούχαλος · οπή · τρυπώ · τρύπα
  • βαριέμαι · πλήττω
  • Μηχάνημα διάνοιξης σηράγγων
  • βαριεστημένος · τρυπημένη · τρυπημένο · τρυπημένος
  • θανάσιμα βαρετός
  • Τρυπώ, ανοίγω πηγάδι, διαμέτρημα
  • πλήττω θανάσιμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη