Μετάφραση του "bot" σε Ελληνικά

Οι μποτ, μποτ, διαδικτυακό ρομπότ, ρομπότ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bot" σε Ελληνικά.

bot verb noun γραμματική

The larva of a bot fly, which infests the skin of various mammals, producing warbles, or the nasal passage of sheep, or the stomach of horses. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μποτ

    noun neuter

    a piece of software for doing repetitive tasks

    Their system is so insecure That someone could hack in and install a bot.

    Το σύστημα είναι ανασφαλές κι εύκολα χακάρεται για να εγκατασταθεί ένα μποτ.

  • μποτ, διαδικτυακό ρομπότ

  • ρομπότ

    noun neuter

    Just patch up the bot, get it ready for our next stop.

    Φτιάξε το ρομπότ, ετοίμασέ το για την επόμενη στάση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

BOT abbreviation

Initialism of [i]Build–operate–transfer[/i].

+ Προσθήκη

"BOT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BOT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "bot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη