Μετάφραση του "botanist" σε Ελληνικά
Οι βοτανολόγος, φυτολόγος, βοτανικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botanist" σε Ελληνικά.
botanist
noun
γραμματική
(botany) A person engaged in botany, the scientific study of plants. [..]
-
βοτανολόγος
noun masculine m;f masculine;feminine masculine, femininea person engaged in botany [..]
That shouldn't worry us, unless your botanist is wrong about the date.
Δεν μας ανησυχεί εκτός αν ο βοτανολόγος κάνει λάθος στην ημερομηνία.
-
φυτολόγος
noun masculine m;f masculine;femininea person engaged in botany
-
βοτανικός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " botanist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη