Μετάφραση του "botch" σε Ελληνικά

Οι προχειροδουλειά, μπάλωμα, τσαπατσουλιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botch" σε Ελληνικά.

botch verb noun γραμματική

(transitive) To perform (a task) in an unacceptable or incompetent manner; to make a mess of something; to ruin; to bungle; to spoil; to destroy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προχειροδουλειά

  • μπάλωμα

  • τσαπατσουλιά

    I took a pregnant woman in for a simple surgery, and I botched it.

    Έβαλα μία έγκυο γυναίκα μέσα, για μία απλή εγχείρηση και έκανα τσαπατσουλιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γκάφα
    • ανοησία
    • σκοτώνω
    • εκτελώ αδέξια
    • κάνω άτεχνα
    • τα θαλασσώνω
    • τα κάνω μούσκεμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " botch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "botch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • προχειροδουλειά · τσαπατσουλιά
  • εκτελώ αδέξια · κάνω άτεχνα · προχειρότητα · τα θαλασσώνω · τα κάνω μούσκεμα
  • ανεπιτυχής · αποτυχημένος · τα κάνω μούσκεμα
  • ανεπιτυχής · αποτυχημένος · τα κάνω μούσκεμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "botch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη