Μετάφραση του "brainpower" σε Ελληνικά

brainpower noun γραμματική

Mental ability; intelligence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυαλό, νοημοσύνη, νοητική ικανότητα, ευστροφία, εξυπνάδα, ευφυϊα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brainpower " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brainpower" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη