Μετάφραση του "brainstorm" σε Ελληνικά

Οι έμπνευση, αιφνίδια έμπνευση, διατάραξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brainstorm" σε Ελληνικά.

brainstorm verb noun γραμματική

(US) A sudden thought, particularly one that solves a long-standing problem. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμπνευση

    noun

    I just had a brainstorm for something fantastic I've got to do.

    'κου, μου ήρθε μία έμπνευση για κάτι φανταστικό που πρέπει να κάνω.

  • αιφνίδια έμπνευση

  • διατάραξη

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεία επιφοίτηση
    • καταιγισμός ιδεών
    • προσβολή τρέλας
    • φαεινή ιδέα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brainstorm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "brainstorm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διάγραμμα καταιγισμού ιδεών
  • Καταιγισμός ιδεών · αναζήτηση λύσεων · ιδεοκαταιγισμός · καταιγισμός ιδεών
  • Καταιγισμός ιδεών · αναζήτηση λύσεων · ιδεοκαταιγισμός · καταιγισμός ιδεών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brainstorm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη