Μετάφραση του "bread" σε Ελληνικά
Οι ψωμί, άρτος, χρήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bread" σε Ελληνικά.
(uncountable) A foodstuff made by baking dough made from cereals [..]
-
ψωμί
noun neuterbaked dough made from cereals [..]
Cut the bread into diagonal slices the width of a finger.
Κόψε το ψωμί σε διαγώνιες φέτες στο πάχος ενός δαχτύλου.
-
άρτος
noun masculinebaked dough made from cereals [..]
The unleavened bread meant, or represented, his sinless body that would be sacrificed.
Ο άζυμος άρτος σήμαινε, δηλαδή αντιπροσώπευε, το αναμάρτητο σώμα του που θα θυσιαζόταν.
-
χρήμα
noun neuterI'll never knock muscle, but it's even better when you've got bread to enjoy it.
Μ`αρέσουν τα μπράτσα, αλλά είναι καλύτερα να`χεις χρήμα για να τα απολαύσεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λεφτά
- παραδάκι
- παράδες
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bread " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Bread" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bread στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "bread"
Φράσεις παρόμοιες με "bread" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βασικές ανάγκες · καθημερινός · που διασφαλίζει τα απολύτως αναγκαία · τα προς το ζην
-
μπαγκέτα
-
μαύρο ψωμί
-
αρτοπαρασκευαστής · φούρναρης
-
κριθαρόψωμο
-
τριμμένη φρυγανιά · ψίχουλα ψωμιού
-
αρτοποιήσιμο δημητριακό
-
ψωμιέρα