Μετάφραση του "bum" σε Ελληνικά

Οι πισινός, κώλος, αλήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bum" σε Ελληνικά.

bum adjective verb noun interjection γραμματική

(UK, transitive, colloquial) To sodomize; to engage in anal sex. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πισινός

    noun masculine

    informal: buttocks or anus

  • κώλος

    noun masculine
  • αλήτης

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ποπός
    • οπίσθια
    • κλοσάρ
    • τιποτένιος
    • αλάνης
    • κωλομέρια
    • χαραμοφάης
    • κοπροσκυλιάζω
    • γλουτοί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bum

A language of Cameroon.

+ Προσθήκη

"Bum" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bum στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "bum"

Φράσεις παρόμοιες με "bum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη