Μετάφραση του "burnish" σε Ελληνικά

Οι γυαλίζω, λουστράρω, λούστρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "burnish" σε Ελληνικά.

burnish verb noun γραμματική

To make smooth or shiny by rubbing; to polish; to shine. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυαλίζω

    verb
  • λουστράρω

    verb
  • λούστρο

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βερνίκι
    • αναδεικνύω
    • λαμπρότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " burnish " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "burnish" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αστραφτερός · γυαλιστερός · στιλπνός
  • γυαλίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "burnish" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη