Μετάφραση του "burnished" σε Ελληνικά

Οι αστραφτερός, γυαλιστερός, στιλπνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "burnished" σε Ελληνικά.

burnished adjective verb γραμματική

Polished, made shiny by rubbing (especially with a burnisher). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστραφτερός

    adjective
  • γυαλιστερός

    adjective
  • στιλπνός

    At Job 37:18 the skies are likened to a metal mirror, the burnished face of which gives off a bright reflection.

    Στο εδάφιο Ιώβ 37:18 οι αιθέρες παρομοιάζονται με μεταλλικό καθρέφτη, η στιλπνή όψη του οποίου εκπέμπει μια φωτεινή αντανάκλαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " burnished " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "burnished" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναδεικνύω · βερνίκι · γυαλίζω · λαμπρότητα · λουστράρω · λούστρο
  • γυαλίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "burnished" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη