Μετάφραση του "calculating" σε Ελληνικά

Οι λογαριάζοντας, μεθοδικός, υπολογιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calculating" σε Ελληνικά.

calculating adjective verb γραμματική

Which has the ability to calculate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογαριάζοντας

    particle
  • μεθοδικός

    adjective masculine

    He's cold and calculating and he's gonna do it again.

    Είναι ψυχρός και μεθοδικός και θα το ξανακάνει.

  • υπολογιστής

    noun masculine

    I'm afraid you're going further back than this old meat computer can calculate.

    Φοβάμαι πως πας πολύ πίσω που ούτε αυτός ο αρχαίος υπολογιστής δεν μπορεί να υπολογίσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " calculating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "calculating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "calculating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη