Μετάφραση του "calculation" σε Ελληνικά
Οι υπολογισμός, λογαριασμός, αναλογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calculation" σε Ελληνικά.
calculation
noun
γραμματική
(mathematics) (uncountable) The act or process of calculating. [..]
-
υπολογισμός
noun masculineThe act, process or result of calculating.(Source: CED)
It was therefore requested that the undercutting calculation should be revised accordingly.
Συνεπώς, ζητήθηκε να αναθεωρηθεί αναλόγως ο υπολογισμός των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές.
-
λογαριασμός
noun masculineThe attributable costs are to be demonstrated by means of process cost calculation.
Το ειδικό πρόσθετο κόστος θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο λογαριασμό το κόστους επεξεργασίας.
-
αναλογισμός
noun -
στάθμιση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " calculation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "calculation"
Φράσεις παρόμοιες με "calculation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπολογιζόμενο μετρικό
-
Υπολογίζω
-
Υπολογιζόμενα μετρικά
-
υπολογιστής · υπολογιστής χεριού
-
Αριθμομηχανή
-
υπολογίζω
-
βασίζομαι · εκτιμώ · λογαριάζω · μετρώ · προβλέπω · υπολογίζω · υπολογισθεί
-
λογαριάζομαι · υπολογίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη