Μετάφραση του "callow" σε Ελληνικά

Οι άπειρος, ανώριμος, (of a young person) inexperienced and immature είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "callow" σε Ελληνικά.

callow adjective noun γραμματική

(obsolete) Bald. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπειρος

    adjective masculine

    Immature, lacking in life experience

    And to think I knew him when he was just a callow youth.

    Να σκεφτείς ότι τον ήξερα από τότε που ήταν ένας άπειρος νέος.

  • ανώριμος

    adjective masculine

    You're a nice boy, Jerry, but you're callow.

    Είσαι καλό παιδί, Τζέρι, αλλά είσαι ανώριμος.

  • (of a young person) inexperienced and immature

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άπτερος
    • πρωτόβγαλτος
    • φαλακρός
    • φιντάνι
    • φιντανάκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " callow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "callow"

Φράσεις παρόμοιες με "callow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "callow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη