Μετάφραση του "callus" σε Ελληνικά

Το κάλος είναι η μετάφραση του "callus" σε Ελληνικά.

callus verb noun γραμματική

A hardened area of the skin (especially on the foot or hand) caused by repeated friction, wear or use. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάλος

    noun masculine

    hardened part of the skin

    You were probably frightened by a callus at an early age.

    Μάλλον θα σε τρόμαξε ένας κάλος σε μικρή ηλικία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " callus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "callus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη