Μετάφραση του "canceled" σε Ελληνικά
Οι ακυρωμένος, ακυρώθηκε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "canceled" σε Ελληνικά.
canceled
adjective
verb
γραμματική
(American) Simple past tense and past participle of cancel. [..]
-
ακυρωμένος
particle -
ακυρώθηκε
Dinner kind of got canceled and we ended up getting coffee this morning instead.
Το δείπνο κατά κάποιο τρόπο ακυρώθηκε και καταλήξαμε για πρωινό καφεδάκι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " canceled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "canceled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κουλτούρα ακύρωσης
-
ακύρωση
-
άκυρος · ακυρωθείς
-
ακυρωτής
-
ακύρωση
-
Μονάδα ακύρωσης ακουστικής αντήχησης
-
διαγραφή χρέους
-
ακυρώνω · διαγράφω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη