Μετάφραση του "cancelled" σε Ελληνικά
Οι άκυρος, ακυρωθείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cancelled" σε Ελληνικά.
cancelled
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of cancel. [..]
-
άκυρος
adjectiveWell, if you got weed, cancel the coffee.
Αν είναι για μπάφο, άκυρος ο καφές.
-
ακυρωθείς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cancelled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cancelled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κουλτούρα ακύρωσης
-
ακύρωση
-
ακυρωτής
-
ακύρωση
-
ακυρωμένος · ακυρώθηκε
-
Μονάδα ακύρωσης ακουστικής αντήχησης
-
διαγραφή χρέους
-
ακυρώνω · διαγράφω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη