Μετάφραση του "capacitor" σε Ελληνικά

Οι πυκνωτής, Πυκνωτής, συμπυκνωτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capacitor" σε Ελληνικά.

capacitor noun γραμματική

(electronics) An electronic component capable of storing an electric charge; especially one consisting of two conductors separated by a dielectric. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυκνωτής

    noun masculine

    electronic component

    Well, if you'll excuse me, a new photovoltaic capacitor won't build itself.

    Συγχωρέστε με, αλλά ένας νέος φωτοβολταϊκός πυκνωτής δεν θα φτιαχτεί μόνος του.

  • Πυκνωτής

    εξάρτημα που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας για μικρό χρονικό διάστημα

    Well, if you'll excuse me, a new photovoltaic capacitor won't build itself.

    Συγχωρέστε με, αλλά ένας νέος φωτοβολταϊκός πυκνωτής δεν θα φτιαχτεί μόνος του.

  • συμπυκνωτής

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " capacitor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Capacitor
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πυκνωτής

    Well, if you'll excuse me, a new photovoltaic capacitor won't build itself.

    Συγχωρέστε με, αλλά ένας νέος φωτοβολταϊκός πυκνωτής δεν θα φτιαχτεί μόνος του.

Εικόνες με "capacitor"

Φράσεις παρόμοιες με "capacitor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "capacitor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη